Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Είναι trendy η πολιτική;


Τον τελευταίο καιρό διαβάζοντας τις δημοσκοπήσεις, μπορούμε να διακρίνουμε ότι το εκλογικό σώμα επιλέγει με δύο λογικές. Η πρώτη είναι η κλασική, η παλιά συνταγή: τι μας κάνει να αισθανόμαστε καλά, τι μας θυμίζει τα νιάτα μας και τις όμορφες εποχές που ο λεβέντης ο αρχηγός μας έταζε τα πάντα και ενίοτε μας τα έδινε κιόλας (βλέπε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) ή μας μιλούσε για όμορφους σοσιαλιστικούς δρόμους (βλέπε ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ κτλ).  Η άλλη λογική είναι να διαλέξουμε, περισσότερο οι νεώτεροι ή νεανίζοντες, ανάλογα με το πόσο στη μόδα είναι το κόμμα… Πόσο trendy : ο Κουβέλης με την ΔΗΜΑΡ που «παίζει» στους δήθεν ευρωπαϊστές της αριστεράς, μιας και ο ΣΥΡΙΖΑ μάς πάλιωσε λίγο και ταιριάζει στους πιο παλαιοαριστερούς , που με τη σειρά τους έχουν πιο πολύ καιρό μακριά από το ΠΑΣΟΚ. Ή κόμματα τύπου Καμμένου που λένε πιο δυνατά το «Ελλάδα» και « Έλληνες» από τους άλλους, αφού αντίστοιχα μάς πάλιωσε ο ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη. Η προτίμηση στους πρώτους είναι αυτονόητη γιατί είναι γνωστό ότι ο παλιός είναι αλλιώς , αλλά ο νέος είναι ο ωραίος!

Στην ίδια λογική εντάσσονται και πολλά εξωκοινοβουλευτικά κόμματα, είτε με την μία πλευρά είτε με την άλλη:  Διάφορες κινήσεις του διαδικτύου που είναι της μόδας, αλλά έχουν από επιφανειακή έως ανύπαρκτη ατζέντα ή ακόμα πιο επικίνδυνες και φασίζουσες νοοτροπίες , όπως η Χρυσή Αυγή.

Και στις δύο περιπτώσεις η λογική και οι προτάσεις λείπουν. Με όποιο συνδυασμό και να μπουν στην επόμενη βουλή όλοι αυτοί οι σχηματισμοί, είναι σίγουρο ότι δεν θα μπορέσουν να οδηγήσουν την χώρα σε υπήνεμο λιμάνι. Αν υπήρχε η δυνατότητα να μπορούμε να μην χάσουμε την διασκέδαση μέσω εκλογών αλλά να προέκυπτε σοβαρή κυβέρνηση, ίσως το πρόβλημα να μην ήταν τόσο μεγάλο. Όταν όμως οι εκλογές γίνονται για να προκύψει κυβέρνηση, τότε υπάρχει θέμα.

Τι θα μπορούσε να γίνει;

Να μπούμε όλοι στον κόπο να επιλέξουμε με βάση την λογική. Με βάση το ποιος έχει προτάσεις που μπορούν να μας βγάλουν από τα αδιέξοδα. Τουλάχιστον αυτή της φορά.

Για μια φορά να μπορέσουμε να επιλέξουμε τον άνθρωπο που θα μας κάνει την δουλειά και όχι αυτόν που θα μας χαϊδέψει τα αυτιά ή θα μας κάνει να θυμηθούμε τα παλιά ωραία χρόνια. Έναν υδραυλικό για τις βρύσες που τρέχουν , έναν ηλεκτρολόγο για την πρίζα που χάλασε... Έτσι δεν θα υπάρχει διαρροή νερού και δεν θα πάθει κανείς ηλεκτροπληξία. Όλα τα άλλα είναι ρίσκο και νομίζω ότι μέχρι τώρα έχουμε ρισκάρει και έχουμε χάσει πολλά.

Επιλογές; Λίγες. . .

Η δικιά μου; Η Δράση του Κατρανίτσα από την Θεσσαλονίκη, του Καραβάνα από την Λάρισα, του Σαββίδη από την Καλαμάτα , του Καρύπογλου από την Δράμα, και πολλών άλλων υποψηφίων που κατεβαίνουν με την «Δράση».

Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Είστε όλοι εσείς! Όλοι εμείς!  

Ναι, είναι και του Μάνου η Δράση, ο οποίος δεν έπαψε ποτέ να μιλά με τόλμη για την λογική της λογικής, που όλοι επαινούν σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά διστάζουν να την δουν στις πρακτικές της διαστάσεις.

Η δική σας επιλογή;


Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Μία ύστατη έκκληση για ενότητα


Αναδημοσίευση από "Το ελληνάκι"

Οι εκλογές πλησιάζουν, και τα θεωρητικά κλισέ σχετικά με τον εγχώριο φιλελεύθερο, σοσιαλδημοκρατικό και προοδευτικό χώρο έχουν εξαντληθεί εδώ και μήνες. Όλοι λίγο πολύ έχουμε εκφράσει τις απόψεις μας για το πραγματικό διακύβευμα της χώρας, και όλοι λίγο πολύ έχουμε συμφωνήσει ότι οι παραδοσιακοί πολιτικοί χώροι έχουν πλέον μετουσιωθεί σε συντηρητικούς οργανισμούς που απλά πασχίζουν να διατηρήσουν την ίδια συντεχνιακή, πελατειακή, αναξιοκρατική και ψηφοθηρική σχέση με την κοινωνία.

Πότε με απλοϊκούς συσχετισμούς, και πότε με προσωπικές ή ομαδικές προσπάθειες, κάθε εγχείρημα να αναδειχτεί ένας ενιαίος πολιτικός χώρος που θα εξέφραζε τις ιδέες, τις νοοτροπίες και τις πολιτικές με τις οποίες λίγο πολύ όλοι συμφωνούμε, δυστυχώς κατέληγε είτε σε προσωπικές φιλονικίες, είτε σε φθίνουσα δυναμική και απαρατήρητη πορεία.

Πολλοί τρέφαμε μία κρυφή αισιοδοξία, ότι η κοινωνική (κυρίως) κρίση, θα ήταν μία ευκαιρία για ολόκληρη την κοινωνία να αναθεωρήσει τις προτεραιότητές της. Να καταδικάσει το υπάρχον σάπιο πολιτικό σύστημα, και μέσα από μία δυναμική αυτοκριτικής, να δημιουργήσει ένα ισχυρό ρεύμα με αίτημα την πορεία προς τα εμπρός και την αλλαγή σελίδας, αφήνοντας πίσω τα φαντάσματα της μεταπολίτευσης.

Δυστυχώς η διάψευση των προσδοκιών ήρθε σχετικά γρήγορα. Άλλοτε με τραγικές, σχεδόν εγκληματικές, κυβερνητικές αποφάσεις, άλλοτε με επικίνδυνους θεατρινισμούς της αντιπολίτευσης, και άλλοτε με λαϊκισμούς καιροσκόπων της πολιτικής προς την κοινωνία, χάθηκαν δύο χρόνια όχι μόνο βυθίζοντας την οικονομία σε μεγαλύτερη ύφεση αλλά πολώνοντας την κοινωνία σε επικίνδυνα άκρα. Επικίνδυνα, τόσο για τη Δημοκρατία, όσο και για την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας.

Τα αποτελέσματα αυτής της κοινωνικής ζύμωσης, είναι πλέον εμφανή με τον σχηματισμό νέων πολιτικών χώρων με ακόμα πιο συντηρητικές ατζέντες και ακόμα πιο επιφανειακή αντιμετώπιση της πραγματικότητας, με μοναδική σημαία μία γενική, αόριστη και λαϊκίστικη αντιμνημονιακή στάση. Χωρίς ουσιαστικές προτάσεις ή εναλλακτικές, χωρίς δυνατό ιδεολογικό υπόβαθρο, και μοναδικά στηρίγματα την παραποίηση και υποκειμενική αντίληψη των εννοιών του "πατριωτισμού", της "κοινωνικής αλληλεγγύης" και της συνεχούς επένδυσης στον συναισθηματισμό και την απλοϊκή πολιτική σκέψη. Το δίπολο "μνημόνιο ή αντί-μνημόνιο" μονοπώλησε την πολιτική σκηνή, κρύβοντας διακριτικά "κάτω από το χαλάκι" σημαντικότερα θεσμικά προβλήματα της χώρας. Οι παραδοσιακοί χώροι της Αριστεράς και της Δεξιάς έχουν χάσει τους αξιακούς τους ρόλους και αντί να δώσουν τη σκυτάλη σε πιο σύγχρονους και ρεαλιστικούς σχηματισμούς, κατακερματίστηκαν σε μία ενιαία οπισθοδρομική και απολιτίκ "σαλάτα". Ακόμα χειρότερα, διαφαίνεται μία ισχυροποίηση της ακροδεξιάς και της λαϊκής δεξιάς που με τη σειρά τους ενδυναμώνουν τον αντίθετο πόλο της ακρο-αριστεράς. Σχηματισμοί που ξεφεύγουν από στοιχειώδεις δημοκρατικές συμβάσεις κοινωνικής συνοχής και εισέρχονται σε πιο ολοκληρωτικά πλαίσια.

Στην πολυκομματική Βουλή που θα προκύψει μετά τις εκλογές (σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις) θα είναι μεγάλη η απουσία ενός πολιτικού χώρου που αν και μειοψηφία, θα αγωνιζόταν για τις αρχές και τις ιδέες μίας πραγματικά εκσυγχρονιστικής, προοδευτικής και φιλοευρωπαϊκής πολιτικής. Ενώ το πολιτικό φάσμα φαίνεται να διευρύνεται, στην ουσία η νέα κοινοβουλευτική σύσταση θα αποτελείται από συντηρητικές δυνάμεις του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος.

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι απαραίτητη μία ύστατη προσπάθεια για  ενότητα ανάμεσα στις προοδευτικές δυνάμεις του υπάρχοντος πολιτικού σκηνικού, ώστε να διασφαλιστεί έστω η είσοδος στη Βουλή ενός σχηματισμού που θα έχει ενεργή παρουσία στον συντηρητισμό που πρόκειται να "καταλάβει" τα έδρανα. Είτε συσπειρώνοντας ξεχωριστούς ανθρώπους, είτε πολιτικούς σχηματισμούς με σαφή και κοινή ιδεολογία. Οι περσινές δημοτικές εκλογές άλλωστε, ανέδειξαν την ενδεχόμενη επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος.

Εάν δεν μπουν τώρα τα θεμέλια για έναν πολιτικό χώρο που έχει να προτείνει ρεαλιστικές λύσεις και προτίθεται να συγκρουστεί με τις συντεχνίες και τα εκάστοτε πολιτικά κατεστημένα, δεν διαφαίνεται η  χρονική περίοδος που θα ήταν πιο κατάλληλη. Και στην τελική, η αποσύνθεση ενός πολιτικού χώρου που υποτίθεται ότι κατακρίνει την ασυνεννοησία άλλων πολιτικών σχηματισμών, δεν τιμάει ούτε την Δημοκρατία, ούτε τον τρόπο σκέψης που θα θέλαμε να αποκτήσουμε σε κοινωνικό επίπεδο. Η εξάντληση της θεωρίας στην εσωτερική κατανάλωση, που πολλές φορές αγγίζει επίπεδα ελιτισμού και απομόνωσης από την πραγματική κοινωνία, ουδέποτε παρήγαγε ρεαλιστικές πολιτικές προτάσεις και φυσικά ουδέποτε προσέγγιζε την καθεαυτό κοινωνία.

Θα είναι τραγικό για πρώτη φορά φέτος, κάποιοι από εμάς που έχουμε σταθερή και ξεκάθαρη πολιτική αντίληψη των πραγμάτων, να βρεθούμε σε ανούσια διλήμματα όταν φτάσουμε μπροστά στην κάλπη, ενώ οι πολιτικές αξίες και αρχές μας είναι πιο έντονες και ξεκάθαρες από ποτέ.

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Τα "ψάρια" του Κράτους

«Αν δώσεις σε έναν άνθρωπο ένα ψάρι, έχει να φάει για μία ημέρα. Αν του μάθεις να ψαρεύει, θα έχει να τρώει για όλη του τη ζωή» - Κινέζικη παροιμία. 

Δεν γνωρίζω πότε το «ψάρι» έγινε το ζητούμενο στην κοινωνία μας και αντικατέστησε το «ψάρεμα». Κάτι οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, κάτι τα κατάλοιπα της φτώχιας που βίωσε ο ελληνικός λαός για πολλά χρόνια μέχρι τη δεκαετία του 70, μάθαμε συλλογικά να ζητάμε ένα Κράτος που θα μας δίνει έτοιμα «ψάρια», χωρίς εμείς να χρειάζεται να «ψαρεύουμε». 

Στη θεωρία, που κληρονομήσαμε από την σοσιαλιστική οπτική, ενδυναμώνοντας το Κράτος, δηλαδή τον δημόσιο τομέα, τον δημόσιο έλεγχο της αγοράς, τις δημόσιες επενδύσεις και γενικότερα χτίζοντας ένα «κρατικοκεντρικό» μοντέλο οικονομίας, αυξάνεται ταυτόχρονα η δημοκρατικότητα της χώρας, η ποιότητα των κοινωνικών αγαθών όπως η παιδεία, η υγεία και η πρόνοια, και κυρίως αποτρέπεται η ενδυνάμωση ενός ιδιωτικού συμφέροντος εις βάρος του κοινού. 

Στην πράξη όμως, τα πράγματα δείχνουν να ισχύουν από την τελείως ανάποδη πλευρά. Καταρχάς, τα κοινωνικά αγαθά στην Ελλάδα, στην ουσία δεν είναι δημόσια. Είναι κρατικά. Αυτό σημαίνει, ότι η ποιότητα και οι υπηρεσίες τους δεν εξαρτώνται από τις δημόσιες ανάγκες της κοινωνίας, αλλά από το Κράτος, γενικώς και αορίστως, δηλαδή από τον κάθε δημόσιο λειτουργό που έχει τη δύναμη να επεμβαίνει στην διοίκηση και τη λειτουργία τους. Αυτό περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, από τον Χ πολιτικό, μέχρι και τον τελευταίο υπάλληλο που δουλεύει στον σχετικό οργανισμό. Μέσα στο ίδιο φάσμα υπάρχουν γραμματείς, προϊστάμενοι, συνδικαλιστές, πολιτικάντηδες, υπάλληλοι που παρανόμως μετέχουν σε εταιρίες, κομματικά στελέχη, κλητήρες που με το πέρασμα των χρόνων έχουν καταλάβει θέσεις ευθύνης, κουμπάροι, μπατζανάκηδες, κοκ. Το ίδιο φάσμα ανθρώπων είναι παρόν στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, γι’ αυτό αν θέλουμε να ακριβολογούμε, η σωστή ορολογία θα ήταν «Κρατικός Τομέας».

Ένα από τα βασικότερα παράδοξα που συμβαίνουν με το Κράτος είναι ότι ο προαναφερόμενος κρατικός τομέας διαχειρίζεται κυριολεκτικά δημόσιο χρήμα προερχόμενο από φόρους, πρόστιμα, και διάφορα τέλη από όλους τους πολίτες. Κοινώς, στο όνομα της διαφάνειας, της δημοκρατίας και της αξιοκρατίας, έχουμε ορίσει μία μεγάλη επιχείρηση να διαχειρίζεται τα χρήματά μας η οποία μάλιστα δεν ελέγχεται από κανέναν. Η επιχείρηση αυτή ονομάζεται «Κράτος». 

Κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, ισχυρότερο κράτος σήμαινε αυτόματα και ισχυρότερη κοινωνία. Η ενδυνάμωσή του, είτε μέσω μεγέθυνσης του Δημοσίου Τομέα, είτε μέσω αύξησης των σημείων ελέγχων σε κάθε οικονομική δραστηριότητα ιδιώτη ή ιδιωτικής επιχείρησης, το κατέστησε την κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Δεδομένου, άλλωστε, ότι οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις διαχειρίζονταν από το Κράτος, ο ιδιωτικός τομέας προσέβλεπε σε δουλειές με το Δημόσιο όλο και περισσότερο. Έχοντας μεν τη φερεγγυότητα του καλού πληρωτή, αλλά και τα «παραθυράκια» για αδιαφανείς πράξεις και συμφωνίες, σύντομα το Κράτος έγινε η αγελάδα την οποία μπορούσε να αρμέξει ο οποιοσδήποτε και να βγάλει γάλα, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα για τις υπηρεσίες ή τα προϊόντα που παρήγαγε. Άλλωστε ουσιαστικοί έλεγχοι ή προσωπικές ευθύνες δεν υπήρξαν ποτέ σε ρεαλιστικό βαθμό για την διακίνηση των δημοσίων κεφαλαίων, τις επενδύσεις και τις δαπάνες του Δημοσίου, οπότε το «γάλα της αγελάδας» έρεε άφθονο. Την ίδια ώρα τα κόμματα, ως οργανισμοί, στήθηκαν σαν μικρογραφίες του κράτους: με πολλούς αργόσχολους υπαλλήλους, με πολυτελή γραφεία και καταχρεωμένα. Πάντα όμως όπως και το κράτος στο όνομα και στην υπηρεσία του πολίτη. 

Αναπόφευκτα, η οικονομική κρίση του Κράτους επηρέασε ολόκληρη την αγορά και ακολούθως ολόκληρη την κοινωνία. Εφόσον λοιπόν, ως χώρα δοκιμάσαμε το κρατικό μοντέλο, το οποίο όχι μόνο απέτυχε παταγωδώς, αλλά τελικά παρασέρνει και την υπόλοιπη κοινωνία μαζί του, γιατί συνεχίζουμε αυτή την εμμονή με τον κρατισμό; Γιατί έχει δαιμονοποιηθεί τόσο πολύ η επιχειρηματικότητα και ο ιδιωτικός τομέας, δεδομένου ότι ουδέποτε υπήρξε ελεύθερη αγορά ή πραγματική ανταγωνιστικότητα στη χώρα; Πώς έχουμε την ευκολία να κατακρίνουμε κάτι που ουδέποτε έχουμε βιώσει, αλλά συνεχίζουμε να στηρίζουμε κάτι που έχει αποδεδειγμένα αποτύχει; Γιατί αυτή η εμμονή στην παροχή δημοσίων αγαθών, όπως η υγεία, η παιδεία, και η κοινωνική ασφάλιση, ακόμα και αν αυτά είναι σε τριτοκοσμική κατάσταση που συνεχώς υποβαθμίζεται, χωρίς να έχουμε δοκιμάσει εναλλακτικές όπου αυτά τα αγαθά προσφέρονται μεν δωρεάν αλλά μέσω ιδιωτικών οργανισμών ασφάλισης ή πιο αποδοτικής διοχέτευσης των κρατικών εσόδων; 

Ακόμα και τώρα που το Κράτος προσπαθεί να ξεφορτωθεί ζημιογόνους οργανισμούς, κάποιοι μιλάνε για «ξεπούλημα». Δηλαδή, όλα αυτά τα χρόνια όπου το δημόσιο χρήμα εξαφανιζόταν μέσα σε αόρατα και σκοτεινά κανάλια κρατικοδίαιτων συμφερόντων και πήγαινε στις τσέπες του φάσματος που προαναφέρθηκε, με τι ακριβώς είχαμε να κάνουμε; Εκτός αν το πρόβλημα της χώρας δεν είναι τόσο η ανομία, η αδικία, η αναξιοκρατία, και η τριτοκοσμικότητα που διέπει όλα τα δημόσια κοινωνικά αγαθά, αλλά αν τα συμφέροντα είναι ιδιωτικά μέσα από τον δημόσιο τομέα ή μέσα από τον ιδιωτικό.

Το πραγματικό δίλλημα δεν είναι «κράτος ή ελεύθερη αγορά», αλλά πλασματική ή ουσιαστική δημοκρατία. Από εκεί και πέρα, αν θα επιλέξουμε το κράτος ή την ελεύθερη αγορά ή τη συνύπαρξη και των δύο προκειμένου να έχουμε ουσιαστική δημοκρατία και ευημερία είναι διάλογος σε δεύτερο στάδιο. Για αρχή, ας μάθουμε από τα λάθη του παρελθόντος και να αποφασίσουμε αν θα ψάχνουμε «ψάρια» εσαεί, ή αν ήρθε ο καιρός να μάθουμε να «ψαρεύουμε» μόνοι μας.


Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Ας μιλήσουμε για ανάπτυξη

Αναδημοσίευση από την "Καθημερινή"
Του Βασίλη Μοναστηριώτη*


Παρά τα πολλά του «άσχημα», το Μνημόνιο ΙΙ φέρνει και ένα πολύ καλό. Επιτέλους η όλη συζήτηση για το αν η Ελλάδα θα αφεθεί να «εκπέσει» από την Ευρωζώνη περνάει για την ώρα στο περιθώριο και στο προσκήνιο έρχεται το ζήτημα της ανάπτυξης. Ανάπτυξη, λοιπόν! Αλλά τι είδους ανάπτυξη; Και πώς;

Οι προτάσεις που ήδη ακούγονται -επιχειρηματικότητα, εξωστρέφεια, καινοτομία, στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ενίσχυση των κλάδων ενέργειας και τουρισμού- φαίνονται μεν σωστές και προφανείς, αλλά εμπεριέχουν και μια αοριστία ως προς το διά ταύτα (το πώς) και τις παραδοχές τους (το γιατί). Επιπλέον, προσπαθώντας να μεταφέρουν στην Ελλάδα επιτυχημένα παραδείγματα άλλων χωρών, στην ουσία θεωρούν το αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας ως κάτι τεχνικό-ποσοτικό (περισσότερες επενδύσεις σε καλύτερους κλάδους) και όχι ως κάτι δομικό-ποιοτικό. Χωρίς όμως μία ουσιαστική κατανόηση της ποιοτικής διάστασης του προβλήματος (άρα και του πώς και του γιατί), μπορεί εύκολα να αποδειχτούν ανούσιες και αναποτελεσματικές.

Για παράδειγμα, η πρόταση για στήριξη της επιχειρηματικότητας χωρίς ένα πλαίσιο δημιουργίας μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων προσανατολισμένων σε προϊόντα μεταποίησης ή υπηρεσιών παραγωγού (business services) -όταν στην Ελλάδα το 40% αυτοαπασχολείται και στις μικρές επιχειρήσεις έσοδα και οικογενειακό εισόδημα εξισώνονται στρεβλώς- είναι στην ουσία μία πρόταση συνέχισης του προκαπιταλιστικού μοντέλου oργάνωσης της ελληνικής οικονομίας. Ηδη οι υπάρχουσες δράσεις του ΕΣΠΑ αυτό κάνουν: δίνουν κίνητρα σε ανέργους να ανοίξουν τις δικές τους (μικρο) επιχειρήσεις, ωθώντας τον άνεργο στην αυτοαπασχόληση και στην παροχή υπηρεσιών κατανάλωσης (λιανεμπόριο, τεχνίτες) που δημιουργούν ελάχιστα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα και παράγουν ελάχιστη προστιθέμενη αξία. Και αν έρθουν παραπάνω χρήματα από την Ε. Ε. και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, αυτές οι δράσεις μπορεί να διευρυνθούν μέχρι να έχει ο κάθε (πρώην) άνεργος από ένα μαγαζί (αλλά χωρίς πελάτες!) και μέχρι να εξαφανίσουμε τη μισθωτή εργασία από την οικονομία!

Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα «καλών» δράσεων με στρεβλωτικές συνέπειες. Και ενώ οποιαδήποτε δράση που μειώνει την ανεργία μπορεί να είναι φαινομενικά «καλή», δεν είναι απαραίτητα και αρκετή για να φέρει την ανάπτυξη - είτε αυτή ορίζεται ως «αύξηση του ΑΕΠ» (growth) είτε, πολύ περισσότερο, ως αλλαγή του μοντέλου που παράγει το ΑΕΠ (development). Η Ελλάδα έχει δομικό πρόβλημα ανάπτυξης, με στοιχεία υπανάπτυξης που φαίνονται αφενός στο γεγονός ότι οι βασικοί εργοδότες είναι το Δημόσιο, η οικογενειακή επιχείρηση και η παραοικονομία (όπως στην Αφρική) και αφετέρου στο γεγονός ότι καταναλώνουμε πιο πολλά απ’ όσα παράγουμε, ενώ εξάγουμε κυρίως ακατέργαστα προϊόντα (όπως παλαιότερα στη Λατινική Αμερική). Το ότι για να αλλάξουν αυτά δεν αρκεί η επιστροφή σε «θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης» μας το δείχνουν τόσο οι (έτσι κι αλλιώς αισιόδοξες) προβλέψεις για το χρέος, όσο και τα ελλείμματα (εμπορικό και δημοσιονομικό) που παρουσίαζε η Ελλάδα συνεχώς στην προηγούμενη δεκαετία της «ταχύρρυθμης ανάπτυξης». 

Χρειάζεται, λοιπόν, μια ριζική αλλαγή του μοντέλου της ελληνικής οικονομίας, με μέτρα που θα εστιάζουν στις δομές που συντηρούν την υπανάπτυξη. Η ενίσχυση της ζήτησης εργασίας (μέσω των δανείων της ΕΤΕπ και άμεσων ξένων επενδύσεων) πρέπει να συνδυαστεί με πρωταρχική συσσώρευση, τη μεταστροφή δηλαδή ενός μεγάλου τμήματος των αυτοαπασχολούμενων προς τη μισθωτή εργασία. Αντίστοιχα, η επίτευξη σταθερών εμπορικών πλεονασμάτων απαιτεί όχι μόνο τη δημιουργία εξωστρεφών επιχειρήσεων, αλλά και την αλλαγή του καταναλωτικού μας μοντέλου: την αύξηση των αποταμιεύσεων εις βάρος των ενδοοικογενειακών μεταβιβάσεων (από τον εργαζόμενο γονιό στο τέκνο που σπουδάζει ή απλά αργεί) και τη μετατόπιση της ζήτησης από υπηρεσίες σε αγαθά. Και η ενίσχυση της παραγωγικότητας χρειάζεται τη στροφή τμημάτων της εκπαίδευσης προς την επαγγελματική κατάρτιση και τη δημιουργία νέων πόλων ανάπτυξης (έστω και μέσω των «κακόφημων» Ελεύθερων Ζωνών), με μετακίνηση του ενεργού πληθυσμού προς άλλες περιοχές και δημιουργία νέων υποδομών στις περιοχές αυτές. Χρειάζεται επίσης φορολόγηση της μεγάλης ιδιοκτησίας (αυτών που «ζουν από τα ενοίκια») και πριμοδότηση των παραγωγικών δράσεων (για παράδειγμα, μέσω της μείωσης της φορολογίας των μη διανεμηθέντων κερδών των επιχειρήσεων - αν μπορεί να βρεθεί η φόρμουλα, ακόμα και των οικογενειακών).

Αυτά τα πράγματα όμως έχουν τεράστιο (οικονομικό και) κοινωνικό κόστος (το οποίο θα προεξοφληθεί πριν έρθουν τα ευεργετήματα της ανάπτυξης) και γι’ αυτό χρειάζεται να συζητηθούν ανοιχτά και να σχεδιαστούν ενδελεχώς. Και πρωτίστως, χρειάζεται να συνδυαστούν με τη δημιουργία ενός κοινωνικού ιστού ασφαλείας, ώστε η μετάβαση να γίνει χωρίς αυτοί που πλήττονται να ωθούνται στην εξαθλίωση. Χωρίς αυτή τη συζήτηση και την αντίστοιχη στρατηγική, οι προτάσεις για επιχειρηματικότητα και εξωστρέφεια καταλήγουν εν πολλοίς ένα απλό ευχολόγιο που μπορεί να φέρει ενδεχομένως λίγο παραπάνω ΑΕΠ, αλλά δεν θα φέρει πραγματική ανάπτυξη.

* Ο κ. Βασίλης Μοναστηριώτης είναι επίκ. καθηγητής στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Οικονομικής Σχολής του Λονδίνου (LSE) και μέλος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του LSE.

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Εκλογικό σύστημα γερμανικού τύπου


Αναδημοσίευση από την "Εστία"
Του Στρατή Στρατήγη
Πολλοί που με ρώτησαν γιατί στα  άρθρα μου απ’ αυτές τις στήλες, εμμένω στην καθιέρωση ενός Γερμανικού τύπου εκλογικού συστήματος στην Ελλάδα, ούτε γνώριζαν  πώς λειτουργεί ούτε  ποια τα οφέλη του για την εξυγίανση της πολιτικής ζωής της χώρας μας και την υπεράσπιση του ελεύθερου δημοκρατικού μας πολιτεύματος.

Το σύστημα αυτό κατ’ αρχήν δεν προσκρούει στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας  όπως θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς για ένα αμιγές σύστημα λίστας, ούτε  ανατρέπει συνηθισμένες εκλογικές διαδικασίες. Με την αποδυνάμωση του σταυρού προτίμησης μετριάζει τον αιωνόβιο στην χώρα μας πελατειασμό  και παρέχει μεγαλύτερη ελευθερία ακόμη και σε εκλογείς εντός «μαντριών» να επιλέξουν καλλίτερους εκπροσώπους.

Ιστορικά το σύστημα αυτό οι Γερμανοί το εφάρμοσαν για πρώτη φορά μεταπολεμικά στις εκλογές στην Δυτική Γερμανία το 1953 .επί κυβερνήσεως Αντενάουερ. Δεν ήταν προϊόν των δικών μας γνωστών κομματικών εκλογομαγείρων  της τελευταίας στιγμής, αλλά της πικρής πείρας των Γερμανών επί Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στις εκλογές του Ιούλιου του 1932. Έγιναν εν μέσω  παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, σε μια εποχή που ο λαός αισθανόταν ταπεινωμένος από την ήττα στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις πολεμικές επανορθώσεις που τους είχαν επιβληθεί και 12 χρόνια  υπερπληθωρισμού, ανεργίας και φτώχιας. Πρώτο κόμμα αναδείχθηκε η Nationalsozialistische-Deutsche-Arbeiterpartei (NSDAP) το «Εθνικοσο-σιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα» του Χερ Χίτλερ, με 37% με κύρια πολιτική πλατφόρμα την συνωμοσία των Εβραίων και Μπολσεβίκων για την υποδούλωση της Γερμανίας. Επιτρεπτή είναι κάθε σύγκριση με την σημερινή, κυρίως ψυχολογική κατάσταση του εκλογικού σώματος στην Ελλάδα, την ευκολία που μας χαρακτηρίζει να αποδεχόμαστε συνομωσίες εις βάρος μας και την εκμετάλλευσή τους από αριστερούς που αμφισβητούν  το δημοκρατικό μας πολίτευμα.

Ο καινούργιος εκλογικός νόμος της Γερμανίας στόχευε κυρίως, με την  επιβολή του υψηλού ρείθρου του 5% για την είσοδο στην Βουλή  να αποτρέψει  την είσοδο στο κοινοβούλιο μικρών ευκαιριακών, εθνοτικών  ή περιθωριακών ακραίων συνήθως κομμάτων και να ενισχύσει την δημοκρατική οργάνωση και συνοχή των μεγαλύτερων κομματικών σχηματισμών με ευρύτερη ιδεολογική απήχηση σε όλη την επικράτεια. Απαραίτητη προϋπόθεση για την λειτουργία του συστήματος είναι η επιβαλλόμενη από  το άρθρο 17 του Γερμανικού νόμου περί Κομμάτων (Parteigesetz) του 1994 το οποίοι υποχρεώνει  τα κόμματα  στα καταστατικά τους να προβλέπουν  αδιάβλητες μυστικές ψηφοφορίες σε αντίστοιχα όργανα για την επιλογή των υποψηφίων τους στις μονοεδρικές και τις λίστες των  βουλευτικών εκλογών, απομακρύνοντας έτσι και τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης παντοδυναμίας των ηγεσιών των.

Η Γερμανία χωρίζεται σήμερα σε  248 μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες που εκλέγουν τον  μισό αριθμό των 496 βουλευτικών εδρών της Ομοσπονδιακής Βουλής και σε 11 ευρείες εκλογικές περιφέρειες, τα  ομόσπονδα κράτη, τα γνωστά Länder που εκλέγουν τους υπολοίπους από λίστες.

Ο Γερμανός ψηφοφόρος έχει δύο ανεξάρτητες ψήφους και ψηφίζει σε  ένα ενιαίο δίφυλλο ψηφοδέλτιο που έχει καταρτισθεί ειδικά για το εκλογικό του τμήμα.

-Την πρώτη του ψήφο, στο αριστερό μέρος του ψηφοδελτίου, τη δίνει σταυρώνοντας τον ονομαστί αναφερόμενο μοναδικό κομματικό υποψήφιο ή κάποιον ανεξάρτητο μη κομματικό, που έχει συγκεντρώσει έναν από τον νόμο προβλεπόμενο αριθμό προτάσεων.

-Τη δεύτερη ψήφο του την δίνει σταυρώνοντας το κόμμα της επιλογής του  που αναγράφεται στο δεξιό μέρος του ψηφοδελτίου και όπου κάτω από κάθε επικεφαλίδα κόμματος αναφέρεται και ο κατάλογος (η λεγόμενη Landesliste) των υποψηφίων του κόμματος αυτού στην ευρεία εκλογική περιφέρεια. Δεν είναι υποχρεωμένος να ψηφίσει τον κομματικό υποψήφιο και το κόμμα του, αλλά είναι ελεύθερος, αν δεν του αρέσει π.χ ο υποψήφιος του κόμματός του, να σταυρώσει άλλον και αντιστρόφως.

-Εκλέγονται με την πρώτη ψήφο λόγω του άμεσου τρόπου εκλογής των όλοι οι βουλευτές που συγκέντρωσαν την σχετική πλειοψηφία στις μονοεδρικές. Με τη δεύτερη ψήφο εκλέγονται κατά σειρά εμφανίσεως οι υποψήφιοι της λίστας  βάσει των ψήφων που πήρε το κόμμα τους στο ομόσπονδο κρατίδιο. Μετά την αφαίρεση του αριθμού των εκλεγμένων στις μονοεδρικές, οι υπόλοιπες έδρες κατανέμονται σε ομοσπονδιακό πλέον επίπεδο βάσει ενός συστήματος ελαφρώς ενισχυμένης αναλογικής (σήμερα   Sainte-Lague/Scheppers) και συμπληρώνονται οι έδρες της Ομοσπονδιακής Βουλής .

Η χρησιμότητα της λίστας έγκειται στο ότι το κόμμα έχει την δυνατότητα  να εξασφαλίσει την παρουσία στη Βουλή και να στελεχώσει Κυβέρνηση με πολιτευτές του συγκεκριμένου ομόσπονδου κράτους  που έχουν δοκιμασθεί και αναδειχθεί στις  μονοεδρικές του, αλλά τους θέλει πλέον απερίσπαστους από την τοπική εκλογική  διακονία, ή με προσωπικότητες της περιφέρειας  με ικανότητες και κύρος, που για διάφορους λόγους δεν θέλουν να εμπλακούν στην εκλογική διαδικασία.

Έτσι παρατηρείται στην Γερμανία η εξής πορεία ανελίξεως στην κομματική ηγεσία των πολιτικών. Νέοι, φερέλπιδες πολιτευτές περιφερειακών ή επαγγελματικών οργανώσεων ή νεολαιών, τοποθετούνται αρχικά για να γίνουν γνωστοί, στις τελευταίες σειρές στις λίστες. Με τον καιρό, προωθούνται, εφ΄ όσον έχουν τα προσόντα, σαν υποψήφιοι στην στενή περιφέρεια και από εκεί όταν και πάλι αποδείξουν την αξία τους, στις πρώτες σίγουρες θέσεις στις λίστες που τους εξασφαλίζει  την έδρα στην Ομοσπονδιακή Βουλή.

Έχω βάσιμη ελπίδα ότι με την καθιέρωση ενός παρόμοιου εκλογικού συστήματος και σε μας, τώρα που έχουμε και τις Καλλικρατικές περιφέρειες, μαζί με ένα νόμο περί κομμάτων που θα τα υποχρεώνει να έχουν δημοκρατική οργάνωση και να λειτουργούν με διαφάνεια, θα δούμε, μετά από το πολύ δύο εκλογές, μια αισθητή αναβάθμιση του πολιτικού μας προσωπικού και, αποδεχόμενη την ευρωπαϊκή τεχνογνωσία που μας προσφέρεται, μια βελτίωση της δημόσιας διοίκησης απαλλαγμένης από την παρέμβαση αντιμαχόμενων σταυροθηρούντων πολιτικών.

Τι μας διαφοροποιεί από τις άλλες ανεπτυγμένες κοινωνίες

Αναδημοσίευση από την "Καθημερινή"
Του Τάκη Αθανασόπουλου*


Είναι πολύ δύσκολο για ένα σημαντικό αριθμό Ευρωπαίων και όχι μόνο, να κατανοήσουν την αντίδρασή μας απέναντι στην κρίση η οποία έχει πλήξει τη χώρα μας. Αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν, στα πρόθυρα μιας τόσο μεγάλης καταστροφής, να μην ομονοούμε και να μη συνεργαζόμαστε για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της. Υστερα από δυόμισι χρόνια, η υπομονή τους φαίνεται να εξαντλείται σε τέτοιο βαθμό, που ακόμη και οι πιο ψύχραιμοι ξεπέρασαν τα όριά τους και έχουν αρχίσει να κάνουν πικρόχολα σχόλια εναντίον μας, τα οποία, δυστυχώς, δεν μένουν αναπάντητα από εμάς. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια που χρησιμοποίησε την Καθαρά Δευτέρα, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Μπαρόζο, ο οποίος, απευθυνόμενος στους επικριτές της χώρας μας, είπε «…γιατί πιστεύετε ότι οι Ελληνες δεν θα τα καταφέρουν; Τους θεωρείτε κατώτερους;…»!


H εικόνα της χώρας μας φθείρεται, έχοντας καταποντιστεί σε ένα από τα χαμηλότερα σημεία από την απαρχή της ελληνικής Ιστορίας. Πλέον, ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού των ευρωπαϊκών χωρών, σε μερικές μάλιστα από αυτές η πλειοψηφία, αλλά και οι ηγεσίες κάποιων μεγάλων χωρών εκτός Ευρώπης, ζητούν να σταματήσει η βοήθεια προς τη χώρα μας.


Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί την κοινωνία μας από τις ανεπτυγμένες κοινωνίες του κόσμου; Σε προηγούμενο άρθρο μου («Καθημερινή» 29ης Μαΐου 2011), είχα υπογραμμίσει ότι η μεγάλη αδυναμία μας είναι ότι δεν είμαστε διαλεκτική χώρα. Δηλαδή, δεν έχουμε εθνικό όραμα και ενεργοποιό στόχο που θα μας δίνουν την κατεύθυνση, ούτε ένα ποιοτικό σύστημα διακυβέρνησης με σωστούς κανόνες και όρια συμπεριφοράς που θα μας εξασφαλίζει υψηλή ποιότητα διαλόγου και αποτελεσματική εφαρμογή των αποφάσεών μας. Σήμερα έχω καταλήξει ότι η γενεσιουργός αιτία της έλλειψης των παραπάνω είναι ο τρόπος που εμείς οι Ελληνες προσεγγίζουμε ένα θέμα, ένα πρόβλημα.

Είναι γεγονός ότι είναι στη φύση του ανθρώπου όταν αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα, να πηγαίνει κατευθείαν στη λύση του, αντί να πειθαρχεί σε μια επίπονη διαδικασία που οδηγεί στον ακριβή προσδιορισμό και ορισμό του προβλήματος. Ολοι έχουμε παραδείγματα από δραστηριότητες και σχέδια που έχουν αναληφθεί για την επίλυση προβλημάτων, χωρίς ωστόσο να φέρνουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ιδιαίτερα στη χώρα μας, σε καθημερινή βάση γινόμαστε μάρτυρες, είτε στην τηλεόραση είτε στη Βουλή είτε στις συναναστροφές μας με φίλους και συνεργάτες, διαλόγων μεταξύ ανθρώπων που εκφράζουν με ευκολία τις απόψεις τους για ένα θέμα χωρίς να έχουν εμβαθύνει, χωρίς να το γνωρίζουν επαρκώς. Και το χειρότερο είναι όταν και εμείς που παρακολουθούμε τον διάλογο και δεν έχουμε γνώση του θέματος, υποστηρίζουμε τη θέση εκείνου που, είτε είναι συναισθηματικά πιο κοντά με εμάς (με φιλικούς, πολιτικούς ή συγγενικούς δεσμούς), ή απλά, τα λέει πιο ωραία.

Ο δυτικός κόσμος βοηθήθηκε να αντιπαρέλθει την ανθρώπινη αυτή αδυναμία που θέλει να μην προσδίδεται η ίδια βαρύτητα / σημασία στον προσδιορισμό των αιτιών που οδηγούν σε ένα πρόβλημα με τη σωστή του λύση. Παραδείγματος χάρη, πριν από 250 περίπου χρόνια, ο Βολταίρος είχε πει ότι η σωστή λύση του λανθασμένα οριζόμενου προβλήματος είναι εξίσου μη αποδεκτή με τη λανθασμένη λύση του σωστά οριζόμενου προβλήματος, ενώ, ο Αϊνστάιν, στις αρχές του εικοστού αιώνα, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένα σωστά προσδιορισμένο πρόβλημα έχει λυθεί κατά 50%.

Η ίδια αξία έχει διατυπωθεί με διαφορετικό τρόπο σε μια άλλη κουλτούρα, την ιαπωνική. Είναι η αξία που σε προτρέπει να προσεγγίσεις το πρόβλημα και να εξετάσεις με μεγάλη προσοχή τα αίτια που το δημιούργησαν (με απλά λόγια να έχεις προσωπική άποψη), για να ομονοήσεις με τους ομολόγους σου στον ορισμό του και στην ενδεδειγμένη λύση του. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται όχι μόνο μια κοινή και ισχυρή κατανόηση του σκεπτικού της απόφασης, αλλά και ένα υψηλό επίπεδο δέσμευσης στον επιλεχθέντα τρόπο δράσης που θα οδηγήσει στην αποτελεσματική επίλυση του προβλήματος.

Αν συγκρίνουμε τώρα αυτές τις προσεγγίσεις με την ελληνική πραγματικότητα, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε γιατί κάποιοι άλλοι λαοί αντιδρούν σε περιόδους κρίσης πιο ψύχραιμα από εμάς, αφιερώνουν τον απαιτούμενο χρόνο και κόπο για να κατανοήσουν το πρόβλημα και μετά, με αποτελεσματικό και δημιουργικό τρόπο ανασυγκροτούν την οικονομία τους και την κοινωνία τους σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα από τα προγενέστερα της κρίσης. Δεν είναι γιατί είναι διαφορετικοί από εμάς, απλώς έχουν διαφορετικές αξίες και κουλτούρα, με άλλα λόγια, έχουν μάθει να αντιδρούν και να ενεργούν διαφορετικά. Και κάτι ακόμα: Αντιλαμβάνονται και βιώνουν τη δημοκρατία διαφορετικά από εμάς. Οταν δεν γνωρίζουν, αυτοσυγκρατούνται και δεν εκφέρουν άποψη. Κάνουν μόνο ερωτήσεις για να μάθουν και εκφέρουν την άποψή τους όταν έχουν μελετήσει το πρόβλημα διεξοδικά και γνωρίζουν πώς δημιουργήθηκε.

Αυτό λοιπόν που θα παύσει να διαφοροποιεί την ελληνική κοινωνία από τις ανεπτυγμένες κοινωνίες είναι η υιοθέτηση μιας κοινωνικής αξίας, παραδοχής ότι ο σωστός ορισμός του προβλήματος μάς οδηγεί όχι μόνο στη σωστή του λύση, αλλά και στη συναίνεση και, επομένως, και πιο σημαντικό, στην αποτελεσματική εκτέλεση του σχεδίου που θα επιλεγεί για την επίλυσή του.

* Ο κ. Τ. Αθανασόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς, αντιπρόεδρος του ΙΟΒΕ.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Κοινή λογική και Καλλικράτης

Για πολλούς το πρόγραμμα «Καλλικράτης» αποτέλεσε μία σωστή και αναγκαία μεταρρύθμιση στον χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Και κατά κάποιον τρόπο αυτό θα είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο στους πολίτες αν δεν γινόταν με τόσο γρήγορες διαδικασίες, μέσα στις οποίες πολλοί Δήμοι βρέθηκαν απροετοίμαστοι να ανταπεξέλθουν. Πασχίζοντας δηλαδή οι τοπικές αρχές να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, αυξάνουν τελικά την γραφειοκρατία αντί να την μειώνουν. Επί της ουσίας όμως, το πρόβλημα του «Καλλικράτη» δεν είναι τόσο η συνοπτικότητα των διαδικασιών με τις οποίες εφαρμόστηκε, όσο ο παραλογισμός που αναδύθηκε σε αρκετές περιπτώσεις. 

Μια από αυτές, που έχει και άμεση επίδραση στον τόπο μας, ήταν το γεωγραφικό πλαίσιο με το οποίο ορίστηκαν οι νέοι Δήμοι. Έτσι, ενώ στην ουσία καταργήθηκαν οι Νομαρχίες, οι νέοι Δήμοι που προέκυψαν αφορούσαν γεωγραφικά όρια μόνο μέσα στον ίδιο Νομό. Δηλαδή, ένας από τους βασικούς στόχους του «Καλλικράτη» που ήταν η κανονικοποίηση των Δήμων βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων, αυτοαναιρέθηκε λόγω των ορίων που έθεταν οι (ούτως ή άλλως) πρώην Νομοί! 

Αυτό είναι εμφανέστατο στην περίπτωση της Ναυπακτίας και της Δωρίδας, όπου το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και η αντίστοιχη οικονομική δραστηριότητα συγκεντρώνονται στην ευρύτερη περιοχή γύρω από τη Ναύπακτο και στους δύο Δήμους. Και ενώ οι τελευταίοι, από μόνοι τους, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έναν ενιαίο, ισχυρό Δήμο, τελικά λόγω της προηγούμενης νομαρχιακής οριοθέτησης, παρέμειναν διαιρεμένοι. 

Ο παραλογισμός αυτής της διαίρεσης θα γίνει σύντομα ακόμα πιο εμφανής με τις νέες απαιτήσεις για κατάργηση περιφερειακών δημοσίων οργανισμών, που θα φέρουν στο προσκήνιο την πραγματική ουσία του προβλήματος. Έτσι, με την κατάργηση σημαντικών οργανισμών όπως το ΙΚΑ και η ΔΟΥ Ναυπάκτου, αλλά και των αντίστοιχων στη Δωρίδα, η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού των δύο Δήμων, θα αναγκάζεται να εξυπηρετείται από το Μεσολόγγι και την Άμφισσα αντίστοιχα. Επανέρχονται και πάλι δηλαδή τα νομαρχιακά κριτήρια. Στην περίπτωση όμως που είχε δημιουργηθεί εξ’ αρχής ένας ισχυρός ενοποιημένος Δήμος Ναυπακτίας-Δωρίδας, με επίκεντρο τη Ναύπακτο, τα πληθυσμιακά και οικονομικά κριτήρια που υποτίθεται ότι θα κανονικοποιούσε το πρόγραμμα «Καλλικράτης», θα ικανοποιούνταν στο έπακρο. Θα μπορούσε έτσι ο νέος δήμος να διεκδικήσει με αξιώσεις την παραμονή των βασικών υπηρεσιών του κράτους αλλά και να δημιουργήσει και νέες δομές που θα βοηθούσαν στην ανάπτυξη του, όπως επιμελητήριο. 

Για την «Δράση», τέτοιου είδους παραλογισμοί είναι οι δομικοί λίθοι πολλών ανούσιων και λανθασμένων πολιτικών που υποβαθμίζουν τη χώρα μας σε διάφορους τομείς. Και φυσικά, η τοπική αυτοδιοίκηση δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από μία τέτοια συνθήκη. Ισχυρή τοπική αυτοδιοίκηση, με λιγότερο κεντρικό κράτος στις «πλάτες» της, σημαίνει μεγαλύτερη ευελιξία και οικονομική ανάπτυξη σε τοπικό επίπεδο, σύμφωνα με τις τοπικές ανάγκες. Τόσο για τους ντόπιους όσο και για ενδιαφερόμενους εξωτερικούς επενδυτές. 

Η Κοινή Λογική που κρύβεται πίσω από αυτή την διαπίστωση, είναι και βασική αρχή της «Δράσης» και διέπει όλες τις πολιτικές της θέσεις.