Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Είναι trendy η πολιτική;


Τον τελευταίο καιρό διαβάζοντας τις δημοσκοπήσεις, μπορούμε να διακρίνουμε ότι το εκλογικό σώμα επιλέγει με δύο λογικές. Η πρώτη είναι η κλασική, η παλιά συνταγή: τι μας κάνει να αισθανόμαστε καλά, τι μας θυμίζει τα νιάτα μας και τις όμορφες εποχές που ο λεβέντης ο αρχηγός μας έταζε τα πάντα και ενίοτε μας τα έδινε κιόλας (βλέπε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) ή μας μιλούσε για όμορφους σοσιαλιστικούς δρόμους (βλέπε ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ κτλ).  Η άλλη λογική είναι να διαλέξουμε, περισσότερο οι νεώτεροι ή νεανίζοντες, ανάλογα με το πόσο στη μόδα είναι το κόμμα… Πόσο trendy : ο Κουβέλης με την ΔΗΜΑΡ που «παίζει» στους δήθεν ευρωπαϊστές της αριστεράς, μιας και ο ΣΥΡΙΖΑ μάς πάλιωσε λίγο και ταιριάζει στους πιο παλαιοαριστερούς , που με τη σειρά τους έχουν πιο πολύ καιρό μακριά από το ΠΑΣΟΚ. Ή κόμματα τύπου Καμμένου που λένε πιο δυνατά το «Ελλάδα» και « Έλληνες» από τους άλλους, αφού αντίστοιχα μάς πάλιωσε ο ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη. Η προτίμηση στους πρώτους είναι αυτονόητη γιατί είναι γνωστό ότι ο παλιός είναι αλλιώς , αλλά ο νέος είναι ο ωραίος!

Στην ίδια λογική εντάσσονται και πολλά εξωκοινοβουλευτικά κόμματα, είτε με την μία πλευρά είτε με την άλλη:  Διάφορες κινήσεις του διαδικτύου που είναι της μόδας, αλλά έχουν από επιφανειακή έως ανύπαρκτη ατζέντα ή ακόμα πιο επικίνδυνες και φασίζουσες νοοτροπίες , όπως η Χρυσή Αυγή.

Και στις δύο περιπτώσεις η λογική και οι προτάσεις λείπουν. Με όποιο συνδυασμό και να μπουν στην επόμενη βουλή όλοι αυτοί οι σχηματισμοί, είναι σίγουρο ότι δεν θα μπορέσουν να οδηγήσουν την χώρα σε υπήνεμο λιμάνι. Αν υπήρχε η δυνατότητα να μπορούμε να μην χάσουμε την διασκέδαση μέσω εκλογών αλλά να προέκυπτε σοβαρή κυβέρνηση, ίσως το πρόβλημα να μην ήταν τόσο μεγάλο. Όταν όμως οι εκλογές γίνονται για να προκύψει κυβέρνηση, τότε υπάρχει θέμα.

Τι θα μπορούσε να γίνει;

Να μπούμε όλοι στον κόπο να επιλέξουμε με βάση την λογική. Με βάση το ποιος έχει προτάσεις που μπορούν να μας βγάλουν από τα αδιέξοδα. Τουλάχιστον αυτή της φορά.

Για μια φορά να μπορέσουμε να επιλέξουμε τον άνθρωπο που θα μας κάνει την δουλειά και όχι αυτόν που θα μας χαϊδέψει τα αυτιά ή θα μας κάνει να θυμηθούμε τα παλιά ωραία χρόνια. Έναν υδραυλικό για τις βρύσες που τρέχουν , έναν ηλεκτρολόγο για την πρίζα που χάλασε... Έτσι δεν θα υπάρχει διαρροή νερού και δεν θα πάθει κανείς ηλεκτροπληξία. Όλα τα άλλα είναι ρίσκο και νομίζω ότι μέχρι τώρα έχουμε ρισκάρει και έχουμε χάσει πολλά.

Επιλογές; Λίγες. . .

Η δικιά μου; Η Δράση του Κατρανίτσα από την Θεσσαλονίκη, του Καραβάνα από την Λάρισα, του Σαββίδη από την Καλαμάτα , του Καρύπογλου από την Δράμα, και πολλών άλλων υποψηφίων που κατεβαίνουν με την «Δράση».

Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Είστε όλοι εσείς! Όλοι εμείς!  

Ναι, είναι και του Μάνου η Δράση, ο οποίος δεν έπαψε ποτέ να μιλά με τόλμη για την λογική της λογικής, που όλοι επαινούν σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά διστάζουν να την δουν στις πρακτικές της διαστάσεις.

Η δική σας επιλογή;


Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Τα "ψάρια" του Κράτους

«Αν δώσεις σε έναν άνθρωπο ένα ψάρι, έχει να φάει για μία ημέρα. Αν του μάθεις να ψαρεύει, θα έχει να τρώει για όλη του τη ζωή» - Κινέζικη παροιμία. 

Δεν γνωρίζω πότε το «ψάρι» έγινε το ζητούμενο στην κοινωνία μας και αντικατέστησε το «ψάρεμα». Κάτι οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, κάτι τα κατάλοιπα της φτώχιας που βίωσε ο ελληνικός λαός για πολλά χρόνια μέχρι τη δεκαετία του 70, μάθαμε συλλογικά να ζητάμε ένα Κράτος που θα μας δίνει έτοιμα «ψάρια», χωρίς εμείς να χρειάζεται να «ψαρεύουμε». 

Στη θεωρία, που κληρονομήσαμε από την σοσιαλιστική οπτική, ενδυναμώνοντας το Κράτος, δηλαδή τον δημόσιο τομέα, τον δημόσιο έλεγχο της αγοράς, τις δημόσιες επενδύσεις και γενικότερα χτίζοντας ένα «κρατικοκεντρικό» μοντέλο οικονομίας, αυξάνεται ταυτόχρονα η δημοκρατικότητα της χώρας, η ποιότητα των κοινωνικών αγαθών όπως η παιδεία, η υγεία και η πρόνοια, και κυρίως αποτρέπεται η ενδυνάμωση ενός ιδιωτικού συμφέροντος εις βάρος του κοινού. 

Στην πράξη όμως, τα πράγματα δείχνουν να ισχύουν από την τελείως ανάποδη πλευρά. Καταρχάς, τα κοινωνικά αγαθά στην Ελλάδα, στην ουσία δεν είναι δημόσια. Είναι κρατικά. Αυτό σημαίνει, ότι η ποιότητα και οι υπηρεσίες τους δεν εξαρτώνται από τις δημόσιες ανάγκες της κοινωνίας, αλλά από το Κράτος, γενικώς και αορίστως, δηλαδή από τον κάθε δημόσιο λειτουργό που έχει τη δύναμη να επεμβαίνει στην διοίκηση και τη λειτουργία τους. Αυτό περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, από τον Χ πολιτικό, μέχρι και τον τελευταίο υπάλληλο που δουλεύει στον σχετικό οργανισμό. Μέσα στο ίδιο φάσμα υπάρχουν γραμματείς, προϊστάμενοι, συνδικαλιστές, πολιτικάντηδες, υπάλληλοι που παρανόμως μετέχουν σε εταιρίες, κομματικά στελέχη, κλητήρες που με το πέρασμα των χρόνων έχουν καταλάβει θέσεις ευθύνης, κουμπάροι, μπατζανάκηδες, κοκ. Το ίδιο φάσμα ανθρώπων είναι παρόν στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, γι’ αυτό αν θέλουμε να ακριβολογούμε, η σωστή ορολογία θα ήταν «Κρατικός Τομέας».

Ένα από τα βασικότερα παράδοξα που συμβαίνουν με το Κράτος είναι ότι ο προαναφερόμενος κρατικός τομέας διαχειρίζεται κυριολεκτικά δημόσιο χρήμα προερχόμενο από φόρους, πρόστιμα, και διάφορα τέλη από όλους τους πολίτες. Κοινώς, στο όνομα της διαφάνειας, της δημοκρατίας και της αξιοκρατίας, έχουμε ορίσει μία μεγάλη επιχείρηση να διαχειρίζεται τα χρήματά μας η οποία μάλιστα δεν ελέγχεται από κανέναν. Η επιχείρηση αυτή ονομάζεται «Κράτος». 

Κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, ισχυρότερο κράτος σήμαινε αυτόματα και ισχυρότερη κοινωνία. Η ενδυνάμωσή του, είτε μέσω μεγέθυνσης του Δημοσίου Τομέα, είτε μέσω αύξησης των σημείων ελέγχων σε κάθε οικονομική δραστηριότητα ιδιώτη ή ιδιωτικής επιχείρησης, το κατέστησε την κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Δεδομένου, άλλωστε, ότι οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις διαχειρίζονταν από το Κράτος, ο ιδιωτικός τομέας προσέβλεπε σε δουλειές με το Δημόσιο όλο και περισσότερο. Έχοντας μεν τη φερεγγυότητα του καλού πληρωτή, αλλά και τα «παραθυράκια» για αδιαφανείς πράξεις και συμφωνίες, σύντομα το Κράτος έγινε η αγελάδα την οποία μπορούσε να αρμέξει ο οποιοσδήποτε και να βγάλει γάλα, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα για τις υπηρεσίες ή τα προϊόντα που παρήγαγε. Άλλωστε ουσιαστικοί έλεγχοι ή προσωπικές ευθύνες δεν υπήρξαν ποτέ σε ρεαλιστικό βαθμό για την διακίνηση των δημοσίων κεφαλαίων, τις επενδύσεις και τις δαπάνες του Δημοσίου, οπότε το «γάλα της αγελάδας» έρεε άφθονο. Την ίδια ώρα τα κόμματα, ως οργανισμοί, στήθηκαν σαν μικρογραφίες του κράτους: με πολλούς αργόσχολους υπαλλήλους, με πολυτελή γραφεία και καταχρεωμένα. Πάντα όμως όπως και το κράτος στο όνομα και στην υπηρεσία του πολίτη. 

Αναπόφευκτα, η οικονομική κρίση του Κράτους επηρέασε ολόκληρη την αγορά και ακολούθως ολόκληρη την κοινωνία. Εφόσον λοιπόν, ως χώρα δοκιμάσαμε το κρατικό μοντέλο, το οποίο όχι μόνο απέτυχε παταγωδώς, αλλά τελικά παρασέρνει και την υπόλοιπη κοινωνία μαζί του, γιατί συνεχίζουμε αυτή την εμμονή με τον κρατισμό; Γιατί έχει δαιμονοποιηθεί τόσο πολύ η επιχειρηματικότητα και ο ιδιωτικός τομέας, δεδομένου ότι ουδέποτε υπήρξε ελεύθερη αγορά ή πραγματική ανταγωνιστικότητα στη χώρα; Πώς έχουμε την ευκολία να κατακρίνουμε κάτι που ουδέποτε έχουμε βιώσει, αλλά συνεχίζουμε να στηρίζουμε κάτι που έχει αποδεδειγμένα αποτύχει; Γιατί αυτή η εμμονή στην παροχή δημοσίων αγαθών, όπως η υγεία, η παιδεία, και η κοινωνική ασφάλιση, ακόμα και αν αυτά είναι σε τριτοκοσμική κατάσταση που συνεχώς υποβαθμίζεται, χωρίς να έχουμε δοκιμάσει εναλλακτικές όπου αυτά τα αγαθά προσφέρονται μεν δωρεάν αλλά μέσω ιδιωτικών οργανισμών ασφάλισης ή πιο αποδοτικής διοχέτευσης των κρατικών εσόδων; 

Ακόμα και τώρα που το Κράτος προσπαθεί να ξεφορτωθεί ζημιογόνους οργανισμούς, κάποιοι μιλάνε για «ξεπούλημα». Δηλαδή, όλα αυτά τα χρόνια όπου το δημόσιο χρήμα εξαφανιζόταν μέσα σε αόρατα και σκοτεινά κανάλια κρατικοδίαιτων συμφερόντων και πήγαινε στις τσέπες του φάσματος που προαναφέρθηκε, με τι ακριβώς είχαμε να κάνουμε; Εκτός αν το πρόβλημα της χώρας δεν είναι τόσο η ανομία, η αδικία, η αναξιοκρατία, και η τριτοκοσμικότητα που διέπει όλα τα δημόσια κοινωνικά αγαθά, αλλά αν τα συμφέροντα είναι ιδιωτικά μέσα από τον δημόσιο τομέα ή μέσα από τον ιδιωτικό.

Το πραγματικό δίλλημα δεν είναι «κράτος ή ελεύθερη αγορά», αλλά πλασματική ή ουσιαστική δημοκρατία. Από εκεί και πέρα, αν θα επιλέξουμε το κράτος ή την ελεύθερη αγορά ή τη συνύπαρξη και των δύο προκειμένου να έχουμε ουσιαστική δημοκρατία και ευημερία είναι διάλογος σε δεύτερο στάδιο. Για αρχή, ας μάθουμε από τα λάθη του παρελθόντος και να αποφασίσουμε αν θα ψάχνουμε «ψάρια» εσαεί, ή αν ήρθε ο καιρός να μάθουμε να «ψαρεύουμε» μόνοι μας.


Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Κοινή λογική και Καλλικράτης

Για πολλούς το πρόγραμμα «Καλλικράτης» αποτέλεσε μία σωστή και αναγκαία μεταρρύθμιση στον χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Και κατά κάποιον τρόπο αυτό θα είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο στους πολίτες αν δεν γινόταν με τόσο γρήγορες διαδικασίες, μέσα στις οποίες πολλοί Δήμοι βρέθηκαν απροετοίμαστοι να ανταπεξέλθουν. Πασχίζοντας δηλαδή οι τοπικές αρχές να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, αυξάνουν τελικά την γραφειοκρατία αντί να την μειώνουν. Επί της ουσίας όμως, το πρόβλημα του «Καλλικράτη» δεν είναι τόσο η συνοπτικότητα των διαδικασιών με τις οποίες εφαρμόστηκε, όσο ο παραλογισμός που αναδύθηκε σε αρκετές περιπτώσεις. 

Μια από αυτές, που έχει και άμεση επίδραση στον τόπο μας, ήταν το γεωγραφικό πλαίσιο με το οποίο ορίστηκαν οι νέοι Δήμοι. Έτσι, ενώ στην ουσία καταργήθηκαν οι Νομαρχίες, οι νέοι Δήμοι που προέκυψαν αφορούσαν γεωγραφικά όρια μόνο μέσα στον ίδιο Νομό. Δηλαδή, ένας από τους βασικούς στόχους του «Καλλικράτη» που ήταν η κανονικοποίηση των Δήμων βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων, αυτοαναιρέθηκε λόγω των ορίων που έθεταν οι (ούτως ή άλλως) πρώην Νομοί! 

Αυτό είναι εμφανέστατο στην περίπτωση της Ναυπακτίας και της Δωρίδας, όπου το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και η αντίστοιχη οικονομική δραστηριότητα συγκεντρώνονται στην ευρύτερη περιοχή γύρω από τη Ναύπακτο και στους δύο Δήμους. Και ενώ οι τελευταίοι, από μόνοι τους, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έναν ενιαίο, ισχυρό Δήμο, τελικά λόγω της προηγούμενης νομαρχιακής οριοθέτησης, παρέμειναν διαιρεμένοι. 

Ο παραλογισμός αυτής της διαίρεσης θα γίνει σύντομα ακόμα πιο εμφανής με τις νέες απαιτήσεις για κατάργηση περιφερειακών δημοσίων οργανισμών, που θα φέρουν στο προσκήνιο την πραγματική ουσία του προβλήματος. Έτσι, με την κατάργηση σημαντικών οργανισμών όπως το ΙΚΑ και η ΔΟΥ Ναυπάκτου, αλλά και των αντίστοιχων στη Δωρίδα, η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού των δύο Δήμων, θα αναγκάζεται να εξυπηρετείται από το Μεσολόγγι και την Άμφισσα αντίστοιχα. Επανέρχονται και πάλι δηλαδή τα νομαρχιακά κριτήρια. Στην περίπτωση όμως που είχε δημιουργηθεί εξ’ αρχής ένας ισχυρός ενοποιημένος Δήμος Ναυπακτίας-Δωρίδας, με επίκεντρο τη Ναύπακτο, τα πληθυσμιακά και οικονομικά κριτήρια που υποτίθεται ότι θα κανονικοποιούσε το πρόγραμμα «Καλλικράτης», θα ικανοποιούνταν στο έπακρο. Θα μπορούσε έτσι ο νέος δήμος να διεκδικήσει με αξιώσεις την παραμονή των βασικών υπηρεσιών του κράτους αλλά και να δημιουργήσει και νέες δομές που θα βοηθούσαν στην ανάπτυξη του, όπως επιμελητήριο. 

Για την «Δράση», τέτοιου είδους παραλογισμοί είναι οι δομικοί λίθοι πολλών ανούσιων και λανθασμένων πολιτικών που υποβαθμίζουν τη χώρα μας σε διάφορους τομείς. Και φυσικά, η τοπική αυτοδιοίκηση δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από μία τέτοια συνθήκη. Ισχυρή τοπική αυτοδιοίκηση, με λιγότερο κεντρικό κράτος στις «πλάτες» της, σημαίνει μεγαλύτερη ευελιξία και οικονομική ανάπτυξη σε τοπικό επίπεδο, σύμφωνα με τις τοπικές ανάγκες. Τόσο για τους ντόπιους όσο και για ενδιαφερόμενους εξωτερικούς επενδυτές. 

Η Κοινή Λογική που κρύβεται πίσω από αυτή την διαπίστωση, είναι και βασική αρχή της «Δράσης» και διέπει όλες τις πολιτικές της θέσεις.